Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Ο Νίξον αποκαλύφθηκε ως ψεύτης και μοχθηρός
Το καλοκαίρι του 1977 είχε ένα ιδιαίτερο «άρωμα» στην Αμερική. Ο Τζίμι Κάρτερ ήταν μόλις λίγους μήνες στον Λευκό Οίκο, αλλά τα μηνύματα που έφταναν από εκεί, η υποδοχή που είχαν στον κόσμο- ιδιαίτερα στην πανεπιστημιακή νεολαίακαι τα «άπλυτα» της διακυβέρνησης Νίξον που έβγαζαν στην επιφάνεια η μία μετά την άλλη οι επιτροπές του Κογκρέσου είχαν φέρει μια ψυχική ηρεμία, μια ανακούφιση στον κόσμο που την είχε στερηθεί μία ολόκληρη οκταετία. Ενα αίσθημα ικανοποίησης στην κοινωνία ήταν διάχυτο- δικαιώθηκε που ονόμαζε απατεώνα τον Νίξον. Και οι «Νew Υork Τimes» είχαν κάθε λόγο να χαιρετίζουν πρωτοσέλιδα «Αmerica: Αt last in peace at home and abroad» (Αμερική: Επιτέλους ειρήνη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό). Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα έκανε την εμφάνισή του στην τηλεόραση ο Ρίτσαρντ Νίξον, ο κατεξευτελισμένος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών που κυκλοφορούσε ελεύθερος χάρη στη συμφωνία που είχε κάνει με τον Τζέραλντ Φορντ ο οποίος τον διαδέχθηκε στον Λευκό Οίκο. Επί έναν και πλέον μήνα ο 37ος πρόεδρος των ΗΠΑ πρόβαλλε στις τηλεοράσεις λίγο μετά τα εσπερινά δελτία ειδήσεων και επανεμφανιζόταν το πρωί της επομένης. Ο Ντέιβιντ Φροστ, βρετανός δημοσιογράφος, πολιτογραφημένος στην Αμερική όπου είχε αποκτήσει δικαίως όνομα, είχε πάρει «τη συνέντευξη του αιώνα»- όπως διαφημιζόταν επί εβδομάδες- από τον Νίξον. Και επί ημέρες αυτή είχε γίνει το στοιχείο των συζητήσεων. Για κάποιον λόγο δεν είχα παρακολουθήσει την πρώτη εκπομπή και θυμάμαι καλά ότι την επομένη ένα από τα πρώτα πρόσωπα που συνάντησα στο κτίριο των Ηνωμένων Εθνών με ρώτησε πώς μου φάνηκε ο Νίξον. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες ύστερα από τριάντα και πλέον χρόνια. Θυμάμαι όμως πολύ καλά ότι το ενδιαφέρον του κοινού, τα σχόλια και οι αντιδράσεις του, όπως και η προσοχή των εφημερίδων, αυξάνονταν από εκπομπή σε εκπομπή, από επεισόδιο σε επεισόδιο- νομίζω ότι ήταν πέντε ή έξι. Ο Φροστ ήταν περισσότερο προσεκτικός στις εκφράσεις του, πιο ήπιος στις ερωτήσεις του στα πρώτα «επεισόδια». Βέβαια παρενέβαλλε «καυτά θέματα», όπως ερωτήσεις για τους στενούς συνεργάτες του- μερικοί βρίσκονταν στη φυλακή-, στα όσα ακούγαμε και βλέπαμε για τα παιδικά χρόνια του Νίξον, για την αγάπη που είχε στις δύο κόρες του, αλλά το κοινό περίμενε πολύ περισσότερα. Ωστόσο ακόμη και σε αθώες σκηνές, λ.χ. όταν μιλούσε για τον σκύλο του ή για το πόσο θαύμαζε, αντιπρόεδρος εκείνος, τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ, αισθανόσουν ότι αυτός ο άνθρωπος όχι μόνο δεν λέει την αλήθεια αλλά θέλει να σε πείσει ότι είναι ένας σοβαρός και αδέκαστος clean Αmerican (καθαρός Αμερικανός). Τα τελευταία δύο επεισόδια αποκάλυψαν τις αθλιότητές του. Και «ξεγύμνωσαν» τον ελεεινό χαρακτήρα του, τα ψέματα και τις φαντασιώσεις του, τις απειλές και τους εκβιασμούς σε μέλη του Κογκρέσου και σε πανεπιστημιακούς που ήταν η «μέθοδος» της πολιτικής του. Σε μια σκηνή ο Φροστ, χωρίς να φαίνεται στην οθόνη ο Νίξον είτε κάποιο άλλο πρόσωπο, εξηγεί με λεπτό αγγλικό χιούμορ ότι όταν βλέπουμε τον Νίξον να συνομιλεί με κάποιον ηγέτη, αξιωματούχο ή άλλο σοβαρό άτομο δεν πρέπει να δίνουμε σημασία στο ότι υψώνει τον τόνο της φωνής του και κινεί (απειλητικά) το δάχτυλό του· «Μόνο γιατί τον παίρνει η τηλεόραση είτε γιατί τον φωτογραφίζουν» το κάνει. Θέατρο δηλαδή για τα μάτια του κόσμου. Μου είχε κάνει εντύπωση η αναλγησία και η απάθειά του, μπροστά στην κάμερα, όταν η συζήτηση πέρασε στους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ και (ο σκηνοθέτης προφανώς) παρενέβαλε εικόνες από καμένες αχυροκαλύβες και γυναικόπαιδα αλλόφρονα να τρέχουν για να ξεφύγουν από τα ελικόπτερα που τους πολυβολούσαν. Εκεί όμως που ο Νίξον αποκαλύφθηκε ως ψεύτης και μοχθηρός ήταν στις απαντήσεις του για το μέγα σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ. Υποστήριζε ότι αγνοούσε πως καταγράφονταν όλες οι συνομιλίες στον Λευκό Οίκο τη στιγμή που στην Επιτροπή Τσερτς στη Γερουσία ο ένας μετά τον άλλο τα στελέχη του Λευκού Οίκου ομολογούσαν ότι οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις γίνονταν με προεδρική εντολή. Ως και το «Νew Υork Ρost», η συντηρητική σκανδαλοθηρική εφημερίδα του Μανχάταν, βρήκε τις απαντήσεις του Νίξον «περίεργες»! Οι εφημερίδες είχαν γράψει τότε ότι για αυτή τη συνέντευξη-ποταμό - η οποία είχε χαλάσει κόσμο, να σημειώσουμε- ο Νίξον είχε πληρωθεί ένα σημαντικό ποσό. Νομίζω πάνω από μισό εκατομμύριο δολάρια, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν εξωφρενικά μεγάλο για τηλεοπτική συνέντευξη. Κατά κάποιον τρόπο όμως ο Νίξον πλήρωσε τα ψέματα και τις άλλες αθλιότητες που αποκάλυψε η συνέντευξη. Οταν θέλησε να αγοράσει ένα διαμέρισμα στην 5η Λεωφόρο του Μανχάταν, οι ιδιοκτήτες των άλλων διαμερισμάτων αρνήθηκαν να συγκατατεθούν. «Ποτέ δεν με συμπάθησε η Νέα Υόρκη» δήλωσε αργότερα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου